Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Appellative
01
προσφωνητικό, ονομασία
identifying word or words by which someone or something is called and classified or distinguished from others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
appellatives
appellative
01
επιθετικός, σχετικός με το κοινό ουσιαστικό
pertaining to or dealing with or used as a common noun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
ονομαστικός, ονοματοθετικός
inclined to or serving for the giving of names



























