Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Appellation
01
ονομασία, προσφώνηση
a name, title, or term used to identify and distinguish a person, place, or thing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
appellations
Παραδείγματα
"Doctor" is an appellation earned through years of study.
Ονομασία είναι ένας τίτλος που αποκτάται μετά από χρόνια σπουδών.
02
ονομασία προέλευσης, απελάσιον
a designation that specifies the geographic origin of grapes used to make a wine
Παραδείγματα
Champagne is an appellation that applies only to wine from that region of France.
Ονοματοδοσία είναι μια ονομασία που ισχύει μόνο για κρασί από εκείνη την περιοχή της Γαλλίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
appellation
appellat



























