homer
Pronunciation
/ˈhoʊmɝ/

Ορισμός και σημασία του "homer"στα αγγλικά

01

home run, χτύπημα που επιτρέπει στο ρόστερ να σκοράρει τρέχοντας γύρω από όλες τις βάσεις και επιστρέφοντας στο σπίτι

(baseball) a hit that allows the batter to score by running around all the bases and returning home
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
homers
Παραδείγματα
His second homer of the day set a new personal record.
Το δεύτερο home run της ημέρας του έθεσε ένα νέο προσωπικό ρεκόρ.
02

Ομήρου, ο αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής

ancient Greek epic poet who is believed to have written the Iliad and the Odyssey (circa 850 BC)
03

ταχυδρομικό περιστέρι, περιστέρι επιστροφής

pigeon trained to return home
to homer
01

χτυπώ home run, σκοράρω home run

hit a home run
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
homer
γ΄ ενικό πρόσωπο
homers
ενεστώτα μετοχή
homering
απλός αόριστος
homered
παθητική μετοχή
homered
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store