Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homer
01
home run, χτύπημα που επιτρέπει στο ρόστερ να σκοράρει τρέχοντας γύρω από όλες τις βάσεις και επιστρέφοντας στο σπίτι
(baseball) a hit that allows the batter to score by running around all the bases and returning home
Παραδείγματα
His second homer of the day set a new personal record.
Το δεύτερο home run της ημέρας του έθεσε ένα νέο προσωπικό ρεκόρ.
02
Ομήρου, ο αρχαίος Έλληνας επικός ποιητής
ancient Greek epic poet who is believed to have written the Iliad and the Odyssey (circa 850 BC)
03
ταχυδρομικό περιστέρι, περιστέρι επιστροφής
pigeon trained to return home
to homer
01
χτυπώ home run, σκοράρω home run
hit a home run
Λεξικό Δέντρο
homeric
homer
home



























