Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Home game
01
εγχώριο παιχνίδι, αγώνας εντός έδρας
a sports match played on a team's own field or court, rather than at the opponent's location
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
home games
Παραδείγματα
The players felt more confident during the home game.
Οι παίκτες αισθάνθηκαν πιο σίγουροι κατά τη διάρκεια του αγώνα εντός έδρας.



























