Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homburg
01
ένα χόμπουργκ, ένα καπέλο χόμπουργκ
a semi-formal felt hat with a narrow curled brim, a single dent on the crown and a silk band, worn by men
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
homburgs



























