holy
ho
ˈhəʊ
χεου
ly
li
λι
holeyhotly
holier

Ορισμός και σημασία του "holy"στα αγγλικά

01

άγιος, ιερός

morally and spiritually good, often connected with religion 
holy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
holiest
συγκριτικός βαθμός
holier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, spirituality, morality
Παραδείγματα
The priest leads a holy life. 

Ο ιερέας οδηγεί μια άγια ζωή.

01

ιερός τόπος, ιερό

a sacred place of pilgrimage 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
holies

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

holiness
unholy
holy
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store