holocaust
Pronunciation
/ˈhɑɫəˌkɔst/

Ορισμός και σημασία του "holocaust"στα αγγλικά

01

ολοκαύτωμα, καταστροφή

a catastrophic event that results in widespread death and destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
holocausts
Παραδείγματα
The environmental holocaust caused by the oil spill affected both wildlife and local communities.
Ο περιβαλλοντικός ολοκαυτωμός που προκλήθηκε από τη διαρροή πετρελαίου επηρέασε τόσο την άγρια ζωή όσο και τις τοπικές κοινότητες.
02

το Ολοκαύτωμα, η Σοά

the mass killing of six million Jews and millions of others by Nazi Germany during World War II
Παραδείγματα
The atrocities of the Holocaust were documented in numerous survivor testimonies.
Οι φρικαλεότητες του Ολοκαυτώματος τεκμηριώθηκαν σε πολλές μαρτυρίες επιζώντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store