Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Holocaust
01
ολοκαύτωμα, καταστροφή
a catastrophic event that results in widespread death and destruction
Παραδείγματα
The environmental holocaust caused by the oil spill affected both wildlife and local communities.
Ο περιβαλλοντικός ολοκαυτωμός που προκλήθηκε από τη διαρροή πετρελαίου επηρέασε τόσο την άγρια ζωή όσο και τις τοπικές κοινότητες.
02
το Ολοκαύτωμα, η Σοά
the mass killing of six million Jews and millions of others by Nazi Germany during World War II
Παραδείγματα
The atrocities of the Holocaust were documented in numerous survivor testimonies.
Οι φρικαλεότητες του Ολοκαυτώματος τεκμηριώθηκαν σε πολλές μαρτυρίες επιζώντων.



























