to hold in
hold
həʊld
hewld
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "hold in"στα αγγλικά

to hold in
01

καταστέλλω, συγκρατώ

to suppress the expression of one's feelings 
Transitive: to hold in one's feelings
to hold in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
hold
ενεστώτας
hold in
γ΄ ενικό πρόσωπο
holds in
ενεστώτα μετοχή
holding in
απλός αόριστος
held in
παθητική μετοχή
held in
Παραδείγματα
She tried to hold in her laughter during the solemn ceremony. 

Προσπάθησε να κρατήσει το γέλιο της κατά τη διάρκεια της επίσημης τελετής.

02

εφαρμόζω σφιχτά, αγκαλιάζω το σώμα

to fit closely to the body 
Intransitive
Παραδείγματα
The dress was designed to hold in at the waist, creating a flattering silhouette. 

Το φόρεμα σχεδιάστηκε για να κρατάει στη μέση, δημιουργώντας μια κολακευτική σιλουέτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store