hob
hob
hɒb
hob
lobbobsobgob

Ορισμός και σημασία του "hob"στα αγγλικά

01

επιφάνεια μαγειρέματος, ράφι δίπλα στο τζάκι

a flat metal surface such as a shelf by the side of an open fire used for heating pans 
Dialectbritish flagBritish
stovetopamerican flagAmerican
hob definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hobs
02

εργαλείο κοπής γραναζιών, χάρακας

a hard steel edge tool used to cut gears 
03

ξωτικό, καλικάντζαρος

(folklore) a small grotesque supernatural creature that makes trouble for human beings 
04

νεράιδα, καλικάντζαρος

(folklore) fairies that are somewhat mischievous 
05

ένας ευνουχισμένος αρσενικός νυφίτσα, ένας ενήλικας αρσενικός νυφίτσα που δεν έχει ευνουχιστεί

a male ferret that has been neutered, and the term is also used to refer to an adult male ferret that has not been neutered 
to hob
01

κόβω με ένα κόπτη, επεξεργάζομαι με ένα κόπτη

cut with a hob 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hob
γ΄ ενικό πρόσωπο
hobs
ενεστώτα μετοχή
hobbing
απλός αόριστος
hobbed
παθητική μετοχή
hobbed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store