Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hoax
01
εξαπατώ, γελώ
to deceive someone by creating a false story or situation
Transitive: to hoax sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoax
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoaxes
ενεστώτα μετοχή
hoaxing
απλός αόριστος
hoaxed
παθητική μετοχή
hoaxed
Παραδείγματα
The tabloid newspaper hoaxed the public with sensational headlines about mythical creatures.
Ο ταμπλόιντ εξαπάτησε το κοινό με εντυπωσιακούς τίτλους για μυθικά πλάσματα.
Hoax
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hoaxes
Παραδείγματα
The museum displayed a supposed ancient artifact that was later exposed as a hoax.
Το μουσείο επέδειξε ένα υποτιθέμενο αρχαίο αντικείμενο που αργότερα αποκαλύφθηκε ότι ήταν απάτη.



























