to hoax
hoax
həʊks
χεουκσ
coaxfolks

Ορισμός και σημασία του "hoax"στα αγγλικά

to hoax
01

εξαπατώ, γελώ

to deceive someone by creating a false story or situation 
Transitive: to hoax sb
to hoax definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hoax
γ΄ ενικό πρόσωπο
hoaxes
ενεστώτα μετοχή
hoaxing
απλός αόριστος
hoaxed
παθητική μετοχή
hoaxed
Παραδείγματα
The prankster tried to hoax his friends by pretending to be an alien visitor. 

Ο φαρσέρ προσπάθησε να εξαπατήσει τους φίλους του προσποιούμενος ότι είναι εξωγήινος επισκέπτης.

01

απάτη, φάρσα

a deceptive act or scheme intended to trick people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hoaxes
Παραδείγματα
The news about the celebrity’s death turned out to be a hoax. 

Η είδηση για το θάνατο της διασημότητας αποδείχθηκε απάτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hoaxer
hoax
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store