hives
hives
haɪvz
haivz
fives

Ορισμός και σημασία του "hives"στα αγγλικά

01

κνίδωση, εξάνθημα

raised, itchy welts on the skin, often triggered by factors like allergies or stress 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hives
Παραδείγματα
After eating shellfish, she developed hives on her arms and face. 

Μετά από την κατανάλωση οστρακοειδών, ανέπτυξε κνίδωση στα χέρια και το πρόσωπό της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store