Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hive off
[phrase form: hive]
01
διαχωρίζω, αποσπώ
to separate a part of a business, organization, or group to create a new, independent entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
hive
ενεστώτας
hive off
γ΄ ενικό πρόσωπο
hives off
ενεστώτα μετοχή
hiving off
απλός αόριστος
hived off
παθητική μετοχή
hived off
Παραδείγματα
They decided to hive the problematic project off from the main scope of work.
Αποφάσισαν να αποσπάσουν το προβληματικό έργο από το κύριο πεδίο εργασίας.
02
αποσπώ, αποστραγγίζω
to take money from one place and move it somewhere else, often secretly dishonestly
Παραδείγματα
Investors were shocked to learn that the CEO had been hiving off company funds for personal gain.
Οι επενδυτές σοκαρίστηκαν όταν έμαθαν ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος αποσπούσε κεφάλαια της εταιρείας για προσωπικό όφελος.



























