Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hitter
01
χτυπητής, μπάτερ
(baseball) a ballplayer who is batting
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hitters
02
χτυπών, χτυπητής
someone who hits
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
hitter
hit



























