Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Historiography
01
ιστοριογραφία, μελέτη ιστοριογραφίας
the study and writing of history, particularly the methods, interpretations, and principles used by historians to examine and interpret past events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
historiographies
Παραδείγματα
The historiography of the American Civil War reflects changing perspectives on causes and consequences over the years.
Η ιστοριογραφία του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου αντικατοπτρίζει τις μεταβαλλόμενες προοπτικές για τις αιτίες και τις συνέπειες με τα χρόνια.
02
ιστοριογραφία, ιστορική λογοτεχνία
a body of historical literature



























