histrionic
hist
ˌhɪst
hist
rio
ˈriɒ
rio
nic
nɪk
nik
synchronicpolyphonicsupersonicallophonic

Ορισμός και σημασία του "histrionic"στα αγγλικά

histrionic
01

θεατρικός, δραματικός

relating to actors, acting, or the theater 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most histrionic
συγκριτικός βαθμός
more histrionic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The director praised her histrionic instincts during rehearsal. 

Ο σκηνοθέτης επαίνεσε τα ιστριονικά της ένστικτα κατά τη διάρκεια της πρόβας.

02

θεατρικός, δραματικός

excessively emotional in behavior, intended to attract attention 
αποδοκιμαστικό
Παραδείγματα
Her histrionic outburst during the meeting made everyone uncomfortable. 

Η θεατρική έκρηξή της κατά τη διάρκεια της συνάντησης έκανε όλους να νιώθουν άβολα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store