Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Histrion
01
ιστρίωνας, θεατρικός ερμηνευτής
a theatrical performer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
histrions
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
histrionic
histrionics
histrion



























