hirsuteness
hir
ˈhɜ:
sute
sju:t
syoot
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "hirsuteness"στα αγγλικά

01

τριχοφυΐα, υπερτρίχωση

excessive hairiness 
hirsuteness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hirsuteness
hirsute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store