Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hire
01
προσλαμβάνω, μισθώνω
to pay someone to do a job
Transitive: to hire sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hire
γ΄ ενικό πρόσωπο
hires
ενεστώτα μετοχή
hiring
απλός αόριστος
hired
παθητική μετοχή
hired
Παραδείγματα
The company plans to hire ten new employees next month.
Η εταιρεία σχεδιάζει να προσλάβει δέκα νέους υπαλλήλους τον επόμενο μήνα.
02
νοικιάζω, προσλαμβάνω
to pay for using something such as a car, house, equipment, etc. temporarily
Dialect
British
Transitive: to hire sth
Παραδείγματα
We decided to hire a car for the weekend to explore the countryside more easily.
Αποφασίσαμε να νοικιάσουμε ένα αυτοκίνητο για το σαββατοκύριακο για να εξερευνήσουμε την ύπαιθρο πιο εύκολα.
03
προσλαμβάνω, μισθώνω
to temporarily employ someone to complete a specific task or job
Transitive: to hire sb
Παραδείγματα
We hired a gardener to tidy up the yard for the weekend.
Προσλάβαμε έναν κηπουρό για να τακτοποιήσει την αυλή για το σαββατοκύριακο.
Hire
01
πρόσληψη, μίσθωση
the act of hiring something or someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hires
02
νέα πρόσληψη, νέος υπάλληλος
a newly hired employee
Λεξικό Δέντρο
hired
hirer
hire



























