hirsute
hir
hɜr
χερρ
sute
ˈsut
σουτ
British pronunciation
/hɜːsˈuːt/

Ορισμός και σημασία του "hirsute"στα αγγλικά

01

τριχωτός, μαλλιαρός

having noticeable or excessive hair
hirsute definition and meaning
example
Παραδείγματα
A hirsute chest was once a symbol of rugged masculinity.
Ένα τριχωτό στήθος ήταν κάποτε σύμβολο της τραχιάς ανδρικότητας.

Λεξικό Δέντρο

hirsuteness
hirsute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store