hired gun
hired
haɪəd
haied
gun
gʌn
gan

Ορισμός και σημασία του "hired gun"στα αγγλικά

01

μισθοφόνος δολοφόνος, επαγγελματίας δολοφόνος

a professional assassin, typically armed and employed to commit murder 
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hired guns
Παραδείγματα
Detectives traced the murder to a hired gun. 

Οι ντετέκτιβ ανέλυσαν τη δολοφονία σε έναν μισθοφόρο δολοφόνο.

02

μισθοφόρος, εξωτερικός ειδικός

an expert engaged temporarily to handle a specific problem or task within an organization 
Παραδείγματα
The company brought in a hired gun to restructure the failing division. 

Η εταιρεία έφερε έναν προσωρινό ειδικό για την αναδιάρθρωση του αποτυχημένου τμήματος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store