to hire out
hire
haɪər
haier
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "hire out"στα αγγλικά

to hire out
01

ενοικιάζω, δίνω για ενοικίαση

to rent something to someone, typically for a specified period, in exchange for payment 
to hire out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hire
ενεστώτας
hire out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hires out
ενεστώτα μετοχή
hiring out
απλός αόριστος
hired out
παθητική μετοχή
hired out
Παραδείγματα
The local car rental agency will hire out vehicles for business trips. 

Η τοπική εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων θα νοικιάζει οχήματα για επαγγελματικά ταξίδια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store