hire out
hire
haɪər
χαιαρ
out
aʊt
αουτ
/hˈaɪəɹ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "hire out"στα αγγλικά

to hire out
[phrase form: hire]
01

ενοικιάζω, δίνω για ενοικίαση

to rent something to someone, typically for a specified period, in exchange for payment
to hire out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hire
ενεστώτας
hire out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hires out
ενεστώτα μετοχή
hiring out
απλός αόριστος
hired out
παθητική μετοχή
hired out
Παραδείγματα
The equipment rental shop can hire out construction tools for short-term use.
Το κατάστημα ενοικίασης εξοπλισμού μπορεί να νοικιάσει εργαλεία κατασκευής για βραχυπρόθεσμη χρήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store