Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hire out
[phrase form: hire]
01
ενοικιάζω, δίνω για ενοικίαση
to rent something to someone, typically for a specified period, in exchange for payment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
hire
ενεστώτας
hire out
γ΄ ενικό πρόσωπο
hires out
ενεστώτα μετοχή
hiring out
απλός αόριστος
hired out
παθητική μετοχή
hired out
Παραδείγματα
The equipment rental shop can hire out construction tools for short-term use.
Το κατάστημα ενοικίασης εξοπλισμού μπορεί να νοικιάσει εργαλεία κατασκευής για βραχυπρόθεσμη χρήση.



























