Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hinder
01
εμποδίζω, δυσκολεύω
to create obstacles or difficulties that prevent progress, movement, or success
Transitive: to hinder an activity or process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hinder
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinders
ενεστώτα μετοχή
hindering
απλός αόριστος
hindered
παθητική μετοχή
hindered
Παραδείγματα
The construction on the road temporarily hindered the flow of traffic.
Η κατασκευή στο δρόμο εμπόδισε προσωρινά τη ροή της κυκλοφορίας.
02
εμποδίζω, παρακωλύω
to obstruct or prevent the progress or accomplishment of something
Transitive: to hinder sb from sth
Παραδείγματα
The tight schedule hindered her from taking a break throughout the day.
Το φορτωμένο πρόγραμμα την εμπόδισε να κάνει διάλειμμα όλη μέρα.
hinder
01
πίσω, οπίσθιος
located at or near the back of an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























