Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hinder
01
εμποδίζω, δυσκολεύω
to create obstacles or difficulties that prevent progress, movement, or success
Transitive: to hinder an activity or process
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hinder
γ΄ ενικό πρόσωπο
hinders
ενεστώτα μετοχή
hindering
απλός αόριστος
hindered
παθητική μετοχή
hindered
Παραδείγματα
The heavy rain hindered our plans for a picnic.
Η καταρρακτώδης βροχή εμπόδισε τα σχέδιά μας για πικνίκ.
02
εμποδίζω, παρακωλύω
to obstruct or prevent the progress or accomplishment of something
Transitive: to hinder sb from sth
Παραδείγματα
His injury hindered him from playing in the game.
Ο τραυματισμός του τον εμπόδισε να παίξει στο παιχνίδι.
hinder
01
πίσω, οπίσθιος
located at or near the back of an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























