Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hilarious
01
ξεκαρδιστικός, ευθυμογραφικός
causing great amusement and laughter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hilarious
συγκριτικός βαθμός
more hilarious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The hilarious pranks played by the siblings kept the family entertained for hours.
Οι ξεκαρδιστικές φάρσες που έκαναν τα αδέλφια κράτησαν την οικογένεια ψυχαγωγημένη για ώρες.
Λεξικό Δέντρο
hilariously
hilarious



























