Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hike up
01
τραβώ πάνω, σηκώνω
to pull or raise something upward, often suddenly or with effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hike
ενεστώτας
hike up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hikes up
ενεστώτα μετοχή
hiking up
απλός αόριστος
hiked up
παθητική μετοχή
hiked up
Παραδείγματα
She hiked up her skirt to cross the muddy path.
Σήκωσε τη φούστα της για να διασχίσει το λασπωμένο μονοπάτι.
02
αυξάνω, υψώνω
increase
03
ανεβαίνω, αναρριχώμαι
to walk upward or ascend a slope, hill, or mountain
Παραδείγματα
They decided to hike up the trail to reach the summit.



























