Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hike up
01
τραβώ πάνω, σηκώνω
to pull or raise something upward, often suddenly or with effort
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
hike
ενεστώτας
hike up
γ΄ ενικό πρόσωπο
hikes up
ενεστώτα μετοχή
hiking up
απλός αόριστος
hiked up
παθητική μετοχή
hiked up
Παραδείγματα
Before entering the stream, he hiked up his pants above his knees.
Πριν μπει στο ρυάκι, τράβηξε το παντελόνι του πάνω από τα γόνατά του.
02
αυξάνω, υψώνω
increase



























