highlighter
high
ˈhaɪ
hai
ligh
laɪ
lai
ter

Ορισμός και σημασία του "highlighter"στα αγγλικά

01

μαρκαδόρος, επισημαντής

a type of pen with a colored tip, used for marking words in a piece of writing, book, magazine, etc. 
highlighter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
highlighters
Παραδείγματα
She used a yellow highlighter to mark important passages in her textbook. 

Χρησιμοποίησε ένα κίτρινο marker για να σημάνει τα σημαντικά κομμάτια στο σχολικό της βιβλίο.

02

φωτιστικό, χαϊλάιτερ

a cosmetic product applied to emphasize areas such as the eyes, cheekbones, or brow 
highlighter definition and meaning
Παραδείγματα
She used a golden highlighter to accentuate her cheekbones. 

Χρησιμοποίησε ένα χρυσό highlighter για να τονίσει τα ζυγωματικά της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store