Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
higher up
01
ψηλότερα, πιο πάνω
at or toward a position that is more elevated or located farther above a reference point
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The trail gets steeper as you climb higher up.
Το μονοπάτι γίνεται πιο απότομο καθώς ανεβαίνεις ψηλότερα.



























