high school
high
haɪ
hai
school
sku:l
skool
highschool

Ορισμός και σημασία του "high school"στα αγγλικά

01

λύκειο, γυμνάσιο

a secondary school typically including grades 9 through 12 
high school definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high schools
Παραδείγματα
High school is a pivotal time in a teenager's life, as it not only focuses on academic achievement but also on personal growth and social development. 

Το γυμνάσιο είναι μια καθοριστική περίοδος στη ζωή ενός εφήβου, καθώς εστιάζει όχι μόνο στην ακαδημαϊκή επίτευξη αλλά και στην προσωπική ανάπτυξη και την κοινωνική ανάπτυξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store