Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hierarchal
01
ιεραρχικός
classified according to various criteria into successive levels or layers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
hierarchal
hierarch



























