het up
het
hɛt
het
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "het up"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, ζεσταμένος

made warm or hot (het' is a dialectal variant of heated') 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most het up
συγκριτικός βαθμός
more het up
διαβαθμίσιμο
02

ανήσυχος, εξοργισμένος

emotionally agitated, upset, or excited, often by anger or worry 
Παραδείγματα
He got het up over the unfair decision. 

Αγχώθηκε για την άδικη απόφαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store