het up
het
hɛt
het
up
ʌp
ap
/hˈɛt ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "het up"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, ζεσταμένος

made warm or hot (`het' is a dialectal variant of `heated')
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most het up
συγκριτικός βαθμός
more het up
διαβαθμίσιμο
02

ανήσυχος, εξοργισμένος

emotionally agitated, upset, or excited, often by anger or worry
Παραδείγματα
He became het up when discussing the controversial topic.
Έγινε ενθουσιασμένος όταν συζητούσε το αμφιλεγόμενο θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store