Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hesitant
01
διστακτικός, αποφασιστικός
uncertain or reluctant to act or speak, often due to doubt or indecision
Παραδείγματα
The actor was hesitant to take on the emotionally demanding role in the play.
Ο ηθοποιός δισταγμούσε να αναλάβει τον συναισθηματικά απαιτητικό ρόλο στο έργο.
Λεξικό Δέντρο
hesitantly
hesitant
hesit



























