Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heroic
01
ηρωικός, γενναίος
displaying great bravery as that of a hero or heroine
Παραδείγματα
The firefighter's heroic actions saved several lives during the blazing inferno.
Οι ηρωικές πράξεις του πυροσβέστη έσωσαν πολλές ζωές κατά τη διάρκεια της φλεγόμενης φωτιάς.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heroic
συγκριτικός βαθμός
more heroic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heroic statue stood tall in the town square, commemorating the bravery of fallen soldiers.
Το ηρωικό άγαλμα στέκονταν ψηλά στην πλατεία της πόλης, τιμώντας την ανδρεία των πεσόντων στρατιωτών.
03
ηρωικός, γενναίος
relating to or characteristic of heroes from ancient stories or legends, often showcasing great bravery or noble qualities
Παραδείγματα
The heroic deeds of Achilles in "The Iliad" exemplify the valor and nobility associated with ancient heroes.
Οι ηρωικές πράξεις του Αχιλλέα στην "Ιλιάδα" αποτελούν παράδειγμα της ανδρείας και της ευγενείας που συνδέονται με τους αρχαίους ήρωες.
04
ηρωικός, εντυπωσιακός
(of actions or behavior) impressive or ambitious in scale or scope
Παραδείγματα
The engineers undertook a heroic effort to rebuild the bridge within a year.
Οι μηχανικοί αναλάβαν μια ηρωική προσπάθεια για την ανοικοδόμηση της γέφυρας μέσα σε ένα χρόνο.
Heroic
01
ηρωικός στίχος, ηρωικό μέτρο
a verse form traditionally used for epic or elevated subjects, such as dactylic hexameter or iambic pentameter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Homer's epics were composed in the heroic of Greek poetry.
Οι επικές ποιήσεις του Ομήρου συνέθεσαν στο ηρωικό μέτρο της ελληνικής ποίησης.
Λεξικό Δέντρο
heroic
hero



























