hermitage
her
ˈhɜ:
χερ
mi
μι
tage
tɪʤ
τιτζ
heritage

Ορισμός και σημασία του "hermitage"στα αγγλικά

01

ερημιτήριο, τόπος μοναξιάς

a place of solitude where a religious person resides, away from the distractions of the outside world 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hermitages
Παραδείγματα
The old stone hermitage nestled deep in the forest was the perfect place for solitude and meditation. 

Το παλιό πέτρινο ερημητήριο που ήταν κρυμμένο βαθιά στο δάσος ήταν το ιδανικό μέρος για μοναξιά και διαλογισμό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hermitage
hermit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store