Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hermaphrodite
01
ερμαφρόδιτος, ανδρόγυνος
an organism that has both male and female reproductive organs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hermaphrodites
hermaphrodite
01
ερμαφρόδιτος, διφυής
of animal or plant; having both male female reproductive organs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
hermaphroditic
hermaphroditism
hermaphrodite



























