heretical
he
χερ
re
ˈrɛ
ρε
ti
τι
cal
kəl
καλ
/hɪɹˈɛtɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "heretical"στα αγγλικά

01

αιρετικός, αντίθετος με τις αποδεκτές νόρμες

going against the accepted norms, beliefs, or religion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heretical
συγκριτικός βαθμός
more heretical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scholar 's heretical views sparked debate among theologians.
Οι αιρετικές απόψεις του λόγιου πυροδότησαν συζήτηση μεταξύ θεολόγων.
02

αιρετικός, αντίθετο με αυτό που είναι ευρέως αποδεκτό

opposite to what is widely accepted

Λεξικό Δέντρο

antiheretical
heretical
heretic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store