herbal
her
ˈɜr
ερρ
bal
bəl
μπαλ
/hˈɜːbə‍l/

Ορισμός και σημασία του "herbal"στα αγγλικά

01

τσάι βοτάνων, ποτό από βότανα

tea-like drink made of leaves of various herbs
herbal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
herbals
01

βοτανικός, φυτικός

relating to or made from herbs, which are plants valued for their medicinal, aromatic, or culinary properties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Herbal skincare products, containing ingredients like aloe vera and tea tree oil, are favored for their natural properties.
Τα βότανα προϊόντα περιποίησης δέρματος, που περιέχουν συστατικά όπως η αλόη βέρα και το λάδι τσαγιού, προτιμώνται για τις φυσικές τους ιδιότητες.

Λεξικό Δέντρο

herbalism
herbalist
herbal
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store