herbalism
her
ˈhɜ:
ba
lism
lɪəzm
liezm

Ορισμός και σημασία του "herbalism"στα αγγλικά

01

βοτανοθεραπεία, φυτοθεραπεία

the medicinal and therapeutic use of plants and plant extracts to treat illnesses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

herbalism
herbal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store