hemorrhage
he
ˈhɛ
χε
morrh
mɜr
μερρ
age
ɪʤ
ιτζ
/hˈɛməɹɪdʒ/
haemorrhage
hæmorrhage

Ορισμός και σημασία του "hemorrhage"στα αγγλικά

01

αιμορραγία

an excessive and uncontrollable loss of blood from a damaged blood vessel
hemorrhage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hemorrhages
Παραδείγματα
The patient 's hemorrhage was caused by a medication side effect.
Η αιμορραγία του ασθενούς προκλήθηκε από μια παρενέργεια φαρμάκου.
to hemorrhage
01

αιμορραγώ, χάνω πολύ αίμα

lose blood from one's body
to hemorrhage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
hemorrhage
γ΄ ενικό πρόσωπο
hemorrhages
ενεστώτα μετοχή
hemorrhaging
απλός αόριστος
hemorrhaged
παθητική μετοχή
hemorrhaged
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store