Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hem in
01
περικυκλώνω, περιβάλλω
to encircle someone or something in a way that restricts their movement or choices
Transitive: to hem in sb/sth
Παραδείγματα
The construction site was hemmed in by tall fences for safety.
Ο εργοτάξιος ήταν περιφραγμένος με ψηλούς φράχτες για ασφάλεια.
02
περικυκλώνω, παγιδεύω
to restrict someone by enclosing them in a way that limits their movement or freedom
Transitive: to hem in sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
hem
ενεστώτας
hem in
γ΄ ενικό πρόσωπο
hems in
ενεστώτα μετοχή
hemming in
απλός αόριστος
hemmed in
παθητική μετοχή
hemmed in
Παραδείγματα
The soldiers hemmed in the enemy, cutting off all possible escape routes.
Οι στρατιώτες περικύκλωσαν τον εχθρό, κόβοντας όλους τους πιθανούς δρόμους διαφυγής.



























