hellish
he
ˈhe
he
llish
lɪʃ
lish
relishembellish

Ορισμός και σημασία του "hellish"στα αγγλικά

01

κολασμένος, διαβολικός

really unpleasant or difficult 
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hellish
συγκριτικός βαθμός
more hellish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, sensation, evaluation
Παραδείγματα
The heat was hellish, and there was no air conditioning. 

Η ζέστη ήταν κολαστική, και δεν υπήρχε κλιματισμός.

02

κολασμένος, δαιμονικός

extremely evil or cruel; expressive of cruelty or befitting hell 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hellishly
hellish
hell
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store