heliosphere
he
ˈhi:
χι
lios
liəʊs
λιεουσ
phere
fɪə
φιε

Ορισμός και σημασία του "heliosphere"στα αγγλικά

01

ηλιόσφαιρα, χώρος κυριαρχίας του ηλιακού ανέμου

the space surrounding the Sun dominated by solar wind 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Solar wind particles create the heliosphere's boundary. 

Τα σωματίδια του ηλιακού ανέμου δημιουργούν το όριο της ηλιόσφαιρας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store