Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heliskiing
01
ελικοπτεροσκίαση, σκι με ελικόπτερο
the act of skiing in remote places reached by helicopter, not ski lifts
Παραδείγματα
He captured stunning footage while heliskiing in Alaska.
Κατέγραψε εντυπωσιακό υλικό ενώ έκανε ελικοπτεροσκι στην Αλάσκα.



























