heliskiing
he
ˈhɛ
he
lis
ˌlis
lis
kiing
ki:ɪng
kiing
heli-skiing

Ορισμός και σημασία του "heliskiing"στα αγγλικά

01

ελικοπτεροσκίαση, σκι με ελικόπτερο

the act of skiing in remote places reached by helicopter, not ski lifts 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
They went heliskiing in the mountains last winter. 

Πήγαν για ελικοπτεροσκι στα βουνά τον περασμένο χειμώνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store