helicopter
he
ˈhɛ
he
li
li
cop
kɒp
kop
ter

Ορισμός και σημασία του "helicopter"στα αγγλικά

01

ελικόπτερο

a large aircraft with metal blades on top that go around 
helicopter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
helicopters
Παραδείγματα
The helicopter blades spun rapidly as it prepared for takeoff. 

Τα πτερύγια του ελικοπτέρου περιστρέφονταν γρήγορα καθώς ετοιμαζόταν για απογείωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store