heir
heir
eə
e
haretarexarelair

Ορισμός και σημασία του "heir"στα αγγλικά

01

κληρονόμος

someone who has the legal right to inherit the property, money, or title of a deceased individual 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
heirs
αρσενικό ενικό
heir
θηλυκό ενικό
heiress
neutral form
successor
Παραδείγματα
As the eldest son, he is the rightful heir to his father's estate. 

Ως πρωτότοκος γιος, είναι ο νόμιμος κληρονόμος της περιουσίας του πατέρα του.

02

κληρονόμος, διάδοχος

a person who inherits or continues the work, role, or tradition of a predecessor 
Παραδείγματα
She is the heir to her mentor's scientific research. 

Είναι η κληρονόμος της επιστημονικής έρευνας του μέντορά της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store