Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Height
Παραδείγματα
The height of the tree is approximately 30 meters.
Το ύψος του δέντρου είναι περίπου 30 μέτρα.
1.1
ύψος, μεγέθυνση
how tall a person or thing is; the quality of being tall or high
Παραδείγματα
Despite her height, she moves with incredible grace on the dance floor.
Παρά το ύψος της, κινείται με απίστευτη χάρη στο πάτωμα του χορού.
02
κορυφή, ακμή
the most advanced stage of something, achieved after a period of growth or effort
Παραδείγματα
The merger 's success marked the height of the company's strategic goals.
Η επιτυχία της συγχώνευσης σημείωσε το κορύφωμα των στρατηγικών στόχων της εταιρείας.
03
ύψος, υψόμετρο
elevation especially above sea level or above the earth's surface
Λεξικό Δέντρο
heighten
height



























