Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Heatstroke
01
θερμοπληξία, ηλίαση
a serious condition that happens when the body gets too hot due to a lengthly exposure to high temperature
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She was rushed to the hospital after suffering from heatstroke during the marathon.
Μεταφέρθηκε βιαστικά στο νοσοκομείο αφού υπέστη θερμοπληξία κατά τη διάρκεια του μαραθώνιου.
Λεξικό Δέντρο
heatstroke
heat
stroke



























