Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heated
01
θερμαινόμενος, υψηλής θερμοκρασίας
having a condition of high temperature, often causing discomfort or requiring cooling measures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most heated
συγκριτικός βαθμός
more heated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The heated air in the desert made it difficult to breathe.
Ο θερμαινόμενος αέρας στην έρημο έκανε δύσκολη την αναπνοή.
02
παθιασμένος, φλογερός
intense and passionate, often associated with strong emotions or fervent discussion
Παραδείγματα
The debate became increasingly heated as the participants argued more fervently.
Η συζήτηση έγινε όλο και πιο έντονη καθώς οι συμμετέχοντες συζητούσαν με μεγαλύτερο πάθος.
Λεξικό Δέντρο
heatedly
overheated
unheated
heated
heat



























