aphorism
a
ˈæ
ā
pho
ri
ri
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "aphorism"στα αγγλικά

01

αφορισμός, γνωμικό

a concise, memorable statement that expresses a general truth, principle, or observation, often witty or philosophical 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aphorisms
Παραδείγματα
"If it ain't broke, don't fix it" is a classic aphorism. 

"Αν δεν είναι σπασμένο, μην το φτιάξεις" είναι ένα κλασικό αφορισμό.

Λεξικό Δέντρο

aphorism
aphor
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store